διαμοιράω

διαμοιρ-άω,
A divide, rend asunder, E.Hipp.1376 (lyr.):—[voice] Med., E. Hec.717, Orph.Fr.210:—[voice] Pass., Ath.1.12e.
2 [voice] Med., also, portion out, distribute, ἕπταχα πάντα διευοιρᾶτο [pron. full] [ε ¯ ] Od.14.434.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διαμοιρᾶσαι — διαμοιράω divide pres ind mp 2nd sg διαμοιράω divide pres part act fem nom/voc pl (doric) διαμοιράω divide pres ind mp 2nd sg διαμοιράω divide pres part act fem nom/voc pl (doric) διαμοιράω divide aor inf act (attic) διαμοιράω divide aor inf act… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαμοιρᾶται — διαμοιράω divide pres subj mp 3rd sg διαμοιράω divide pres ind mp 3rd sg διαμοιράω divide pres subj mp 3rd sg διαμοιράω divide pres ind mp 3rd sg διαμοιράζω divide into equal portions fut ind mid 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαμοιρηθέν — διαμοιράω divide aor part pass neut nom/voc/acc sg (attic ionic) διαμοιράω divide aor part pass neut nom/voc/acc sg (attic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαμοιρηθέντων — διαμοιράω divide aor part pass masc/neut gen pl (attic ionic) διαμοιράω divide aor part pass masc/neut gen pl (attic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαμοιρωμένη — διαμοιράω divide pres part mp fem nom/voc sg (attic epic ionic) διαμοιράω divide pres part mp fem nom/voc sg (attic epic ionic) διαμοιράζω divide into equal portions fut part mid fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαμοιρᾶσθαι — διαμοιράω divide pres inf mp διαμοιράω divide pres inf mp διαμοιράζω divide into equal portions fut inf mid …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διεμοιρᾶτο — διαμοιράω divide imperf ind mp 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διεμοιρήσαντο — διαμοιράω divide aor ind mid 3rd pl (attic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαμοιράσας — διαμοιρά̱σᾱς , διαμοιράω divide pres part act fem acc pl (doric) διαμοιρά̱σᾱς , διαμοιράω divide pres part act fem gen sg (doric) διαμοιρά̱σᾱς , διαμοιράω divide pres part act fem acc pl (doric) διαμοιρά̱σᾱς , διαμοιράω divide pres part act… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαμεμοιραμένων — διαμεμοιρᾱμένων , διαμοιράω divide perf part mp fem gen pl (attic) διαμεμοιρᾱμένων , διαμοιράω divide perf part mp masc/neut gen pl (attic) διαμεμοιρᾱμένων , διαμοιράω divide perf part mp fem gen pl (doric aeolic) διαμεμοιρᾱμένων , διαμοιράω… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαμοιρωμένα — διαμοιρωμένᾱ , διαμοιράω divide pres part mp fem nom/voc/acc dual διαμοιρωμένᾱ , διαμοιράω divide pres part mp fem nom/voc sg (doric aeolic) διαμοιρωμένᾱ , διαμοιράω divide pres part mp fem nom/voc/acc dual διαμοιρωμένᾱ , διαμοιράω divide… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.